μηλιά

Ένα από τα γνωστότερα οπωροφόρα δέντρα, που καλλιεργείται στις εύκρατες περιοχές του βόρειου κυρίως ημισφαιρίου πολύαριθμες, πάνω από χίλιες, είναι οι εμπορεύσιμες ποικιλίες του και ακόμα μεγαλύτερος ο αριθμός που αντιπροσωπεύει τις υποποικιλίες και τις μορφές, ο οποίος εξαρτάται από τη βαθμιαία προσαρμογή στο περιβάλλον με την πάροδο του χρόνου. Το φυτό - γενάρχης είναι η μηλέα η κοινή (οικογένεια Ροδίδαι, Δικοτυλήδονα), που κατάγεται από την Ευρώπη και την κεντρική Ασία: μερικοί δέχονται ότι διάφορες ποικιλίες της μ. προέρχονται από τη μηλέα την άγρια και από τον πύρο τον προυνόφυλλο, είδη αυτοφυή της Σιβηρίας. Από την μηλέα την κοινή προέρχονται όλα εκείνα τα μήλα, τα κατάλληλα κυρίως για επιτραπέζια, που είναι γνωστά ως ρενέτ και καρπέντολα. Από τη μηλέα την άγρια προέρχονται η ποικιλία καλβίλ, τα μήλα καραβέλα τα μήλα ραμπούρ και τα μήλα για παραγωγή μηλίτη οίνου· τέλος, από τον πύρο τον προυνόφυλλο προέρχονται οι ποικιλίες αυτοκράτωρ Αλέξανδρος, Αστραχάν και Γκράβενσταϊν. Οι διάφορες ποικιλίες μ. διακρίνονται επίσης ανάλογα με την περίοδο ωρίμασης (καλοκαιρινές, φθινοπωρινές, χειμωνιάτικες, όψιμες)· τη μορφή (πεπλατυσμένες, στρογγυλές, ωοειδείς, προμήκεις)· το χρώμα (πρασινωπές, κέρινες, κίτρινες, κόκκινες, σκωριόχροες)· τη σύσταση και την ποιότητα της σάρκας των καρπών (υδαρής, μαλακιά, τρυφερή, αλευρώδης, τραγανή). Οι καρποί, τα μήλα, είναι ψευδείς καρποί, διαδομένοι σε όλο τον κόσμο για επιτραπέζια κατανάλωση, για παρασκευή κονσερβών και ως καρποί για ξήρανση· χρησιμοποιούνται επίσης για τη βιομηχανική παρασκευή ποτών με λίγο οινόπνευμα (μηλίτης οίνος) και χυμών χωρίς οινόπνευμα. Έχουν καλές οργανοληπτικές και θρεπτικές ιδιότητες, όπως επίσης και εξαιρετικά ανακουφιστικές ιδιότητες, αφού είναι ελαφρά δροσιστικοί- επί πλέον είναι καρποί ιδιαίτερα ευχάριστοι, επειδή περιέχουν σάκχαρα (13 -14% στις πιο αξιόλογες ποικιλίες, ρενέτ του Καναδά, καλβίλ λευκή, κλπ.). Από καιρό έχουν εισαχθεί ακόμα, και στις πιο μεγάλες ευρωπαϊκές καλλιέργειες, αμερικανικές ποικιλίες, όπως η «ντελίτσιους». Η μ. καλλιεργείται στην Ελλάδα από την ομηρική εποχή, μαζί με άλλα καρποφόρα δέντρα, όπως η συκιά, η ροδιά και η αχλαδιά. Πριν από την εποχή του Θεόφραστου, περί το 325 π.Χ., ήταν γνωστές διάφορες ποικιλίες της: γλυκιά, αερινή και οξεία, ενώ ο Διοσκουρίδης αναφέρει τις ποικιλίες μελίμηλα ή γλυκύμηλα, ηπειρωτικά μήλα και αγριόμηλα. Προπολεμικά, συστηματική καλλιέργεια της μ. γινόταν κυρίως στο Πήλιο, κατά τις τελευταίες δεκαετίες όμως επεκτάθηκε σε μεγάλη κλίμακα στη δυτική Μακεδονία, απ’ όπου εξάγονται μεγάλες ποσότητες μήλων στο εξωτερικό. Καλλιεργούνται ποικιλίες για νωπή κυρίως κατανάλωση, λιγότερο για κονσερβοποίηση, αποξήρανση και παραγωγή μηλίτη οίνου. Οι γνωστότερες και πιο διαδομένες από τις καλλιεργούμενες στην Ελλάδα ποικιλίες μ. είναι: φηρίκι πρώιμο: καρπός ωοειδής, ρόδινος, με ερυθρωπές ραβδώσεις στο ηλιαζόμενο μέρος, σάρκα τραγανή, γλυκιά· ωριμάζει από τον Αύγουστο ώς το Σεπτέμβριο· φηρίκι όψιμο καρπός επιμήκης, ωχροπράσινος, με ρόδινες αποχρώσεις, σάρκα γλυκιά έντονα αρωματική· ωριμάζει το Νοέμβριο - Δεκέμβριο. Τα φηρίκια καλλιεργούνται κυρίως στο Πήλιο· σκιούπ: καρπός ογκώδης, σφαιρικός, υπόξινος, γευστικός, κιτρινόλευκος, ρόδινος στο ηλιαζόμενο μέρος του· ωριμάζει το Σεπτέμβριο - Οκτώβριο· μπελφόρ: ποικιλία παραγωγική, καρπός μέσου μεγέθους, σφαιρικός, ερυθρορόδινος, που ως υπερώριμος αποκτά πιτυρώδη γεύση- ωριμάζει από τον Οκτώβριο· ρενέτ: καρπός ογκώδης, χρυσοκίτρινος, με διάσπαρτα στίγματα, σάρκα ωχροκίτρινη, αρωματική, τραγανή· ωριμάζει το Νοέμβριο Δεκέμβριο· ντελίτσιους: καρπός ογκώδης, προμήκης, με εξογκώσεις στην κορυφή, έντονα κόκκινος, με σάρκα τρυφερή, αρωματική, γλυκειά· ωριμάζει από το Νοέμβριο· γκόλντεν ντελίτσιους: καρπός κιτρινόχρυσος, εύγευστος· στάρκιν: καρπός ρόδινος, ωοειδής, με πέντε εξογκώματα στην κορυφή, υπόξινος, αρωματικός, εύγευστος· ωριμάζει από το τέλος Οκτωβρίου. Καλλιεργούνται επίσης οι ποικιλίες: μπλακ - μπεν-ντέβις, τζονάθαν, καρλάτ, σταρκρίμσον ντελίτσιους κ.ά. άγρια μ. Με την ονομασία αυτή είναι γνωστό ένα δέντρο, καθόλου ή ελάχιστα αγκαθωτό με φύλλα ωοειδή, λεία στην πάνω επιφάνεια και χνουδωτά στην κάτω. Έχει άνθη άσπρα που ροδίζουν, μεγάλα, σε σκιαδιόμορφο κόρυμβο. Ο καρπός τους είναι μήλα σχεδόν σφαιρικά. Πρόκειται για είδος κοινό της ελληνικής χλωρίδας, που ανήκει στην οικογένεια των Ροδιδών. καρπόκαψα της μ. Λέγεται και περονέλα. Η κάμπια του αποτελεί πραγματική μάστιγα για την καλλιέργεια της μηλιάς. Το θηλυκό γεννάει τ’ αβγά του σε σχήμα δίσκου πάνω στα φρούτα και στα φύλλα του δέντρου. Αν κάνει ζέστη η συγκομιδή παθαίνει μεγάλη ζημιά γιατί τ’ αβγά είναι πολυάριθμα. Οι κάμπιες περνούν το χειμώνα τους μέσα σ’ ένα κουκούλι κάτω από το φλοιό των δέντρων. Κατά την άνοιξη γεννιέται το τέλειο έντομο που είναι μικρό γκριζωπό και έχει καφετιές κηλίδες. Μηλιά ανθισμένη. Το καρποφόρο αυτό δέντρο είναι από τα περισσότερο διαδεδομένα σε όλες τις περιοχές στην υδρόγειο που έχουν εύκρατο κλίμα.
* * *
και μηλέα, η (ΑΜ μηλέα, Α ποιητ. τ. μηλείη)
κοινή, σήμερα, ονομασία ειδών τού γένους malus, φυλλοβόλων δένδρων και θάμνων τών εύκρατων ζωνών και τών δύο ημισφαιρίων που σύμφωνα με τη σημερινή ταξινόμηση ανήκει στην οικογένεια ροδίδες, και ειδικότερα τού είδους Μalus communis το οποίο καλλιεργείται ευρύτατα για τους εύγευστους και ωφελιμότατους καρπούς του
αρχ.
φρ. α) «μηλέα ἡ Ἀρμενική» — η βερικοκιά
β) «μηλέα ἡ Περσική» — η ροδακινιά
γ) «μηλέα ἡ Μηδική» — η λεμονιά
δ) «μηλέα ἡ Κυδωνία» — η κυδωνιά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μῆλον (Ι) (πρβλ. κυν-έα συκ-έα). Ο τ. μηλιά από το μηλέα με συνίζηση (πρβλ. συκέα: συκιά)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Μηλία — Μηλίᾱ , Μήλιος from the island of Meios fem nom/voc/acc dual Μηλίᾱ , Μήλιος from the island of Meios fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μηλίᾳ — Μηλίᾱͅ , Μήλιος from the island of Meios fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μηλιά — [милья] ουσ. θ. яблоня …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • μηλιά — η το δέντρο που παράγει τα μήλα, η μηλέα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Μηλιᾶ — Μηλιεύς inhabitant of Malis masc acc sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μήλια — Μήλιος from the island of Meios neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Άνω Μηλιά — Οικισμός (55 κάτ.) του νομού Πιερίας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Πέτρας …   Dictionary of Greek

  • Κάτω Μηλιά — Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 190 μ., 997 κάτ.) του νομού Πιερίας. Βρίσκεται στο δυτικό τμήμα του νομού, 16 χλμ. ΝΔ της πόλης της Κατερίνης. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Πέτρας …   Dictionary of Greek

  • Κόκκινη Μηλιά — Τοπωνύμιο που απαντάται στη λαογραφική παράδοση. Αναφέρεται ως ο τόπος καταγωγής των Τούρκων και, πιο συγκεκριμένα, ως το απώτατο σημείο από την ελληνική επικράτεια. Σύμφωνα με την παράδοση, μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, οι Έλληνες, στην… …   Dictionary of Greek

  • Μηλίας — Μηλίᾱς , Μήλιος from the island of Meios fem acc pl Μηλίᾱς , Μήλιος from the island of Meios fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.